Η ιστορία ενός αμαρτωλού
Ο άνθρωπος που δεν έγινε ποτέ καλόγερος
Ξεκίνησα να γράφω την αυτοβιογραφία μου. Ένα πνευματικό μονοπάτι αναζήτησης πνευματικής ηρεμίας, δικαιωσύνης και προσωπικής ευτυχίας. Γράφω γιατί είναι χρέος μου να δώσω στις επόμενες γενιές την μαρτυρία μου. Έχω την ελπίδα ότι τα λάθη που έκανα δεν θα τα επαναλάβουν οι επόμενοι που θα θελήσουν να αναζητήσουν την αλήθεια και μόνο την αλήθεια μέσα σε έναν κόσμο που είναι χτισμένος στις ψευδαισθήσεις και στις απάτες. Μέσα στα ψέματα υπάρχει και η αλήθεια σαν κράμα χρυσού. Η αλήθεια όμως κάποιες φορές είναι αφόρητα σκληρή.

Τα πρώτα Χρόνια
Θα ήμουν 5 ή 6 χρονών όταν συνάντησα για πρώτη φορά τον παππού μου. Προφανώς θα είχαμε συναντηθεί πολύ νωρίτερα. Εκείνος θα με είχε δει. Αλλά εγώ δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτε.
Υπάρχει μια παράδοση στην Ελλάδα ότι ο πρωτότοκος γιος θα παίρνει το όνομα του παππού του. Το όνομα του πατέρα του πατέρα του. Έτσι και εγώ. Χωρίς να με ρωτήσουν, πολύ πριν αρχίσω καν να καταλαβαίνω, πολύ πριν αρχίσω να μιλάω, με βάφτισαν Χριστιανό Ορθόδοξο και μου έδωσαν το όνομα του παππού μου.
Το όνομα το δικό μου και του παππού μου ήταν Κωνσταντίνος. Όπως το όνομα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μεγάλου. Κατά την Ορθόδοξη παράδοση, του Αγίου Κωνσταντίνου, του αυτοκράτορα που βρήκε τον Τίμιο Σταυρό στα Ιεροσόλυμα και μαζί με τη μαμά του, την Αγία Ελένη, υπερασπίστηκαν τον Χριστιανισμό και εορτάζονται από την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία στις 21 Μαΐου.
Ο πατέρας μου, που το όνομά του ήταν Εμμανουήλ, δεν ήθελε να τηρήσει την παράδοση και να δώσει το όνομα του πατέρα του σε εμένα. Ήθελε, λέει, να με βγάλει Εμμανουήλ, να έχω το όνομα του πατέρα μου και όχι το όνομα του παππού μου.
Είπε λοιπόν ο πατέρας μου, λέει, στον παππού μου:
— Γέρο, θα σφάξεις το χοίρο που έχεις στο σπίτι να τραπεζώσουμε τους μουσαφίρηδες και θα δώσω το όνομά σου στο κοπέλι. Αλλιώς θα το βγάλω Εμμανουήλ.
Και έτσι έγινε και συμφώνησαν. Ο παππούς έσφαξε το χοίρο που είχε σπίτι του και ο παπάς του χωριού με βούτηξε στην ορθόδοξη κολυμπήθρα και φώναξε πως από τότε και στο εξής θα με λένε Κωνσταντίνο.
Σε εμένα δεν έπεφτε κανένας λόγος. Ένα έγκλημα που έγινε για εμένα χωρίς εμένα. Ένα έγκλημα που έγινε για την ψυχή μου χωρίς ποτέ να με ρωτήσουν. Έτσι ακριβώς είχε γίνει και όταν βάφτισαν τον πατέρα μου, έτσι έγινε και όταν βάφτισαν τον παππού μου, έτσι έγινε και όταν βάφτισαν και τον παππού του πατέρα μου και τον παππού του παππού του παππού μου κλπ., κλπ. Στην Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία οι πιστοί βαφτίζονται χωρίς κανένας να τους ρωτήσει εάν θέλουν και αν συμφωνούν να βαφτιστούν.
Κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, όποτε πηγαίναμε στο χωριό, ήταν έθιμο να περάσουμε από τον παππού και τη γιαγιά στο χωριό. Ήταν έθιμο όλα τα εγγόνια να φιλήσουν το χέρι του παππού. Το χέρι του παππού είχε γαντζωμένο ένα μεγάλο χαρτονόμισμα, χίλιες δραχμές, και μόλις εμείς τα εγγόνια φιλούσαμε το χέρι του παππού, τα δάχτυλα του χεριού του χαλάρωναν και το χαρτονόμισμα έπεφτε στα δικά μας χέρια. Ήταν η χαρά μας να πάμε στο χωριό τις γιορτές, να φιλήσουμε το χέρι του παππού και να πάρουμε το χαρτονόμισμα. Το θεωρούσαμε καλή τύχη. Το ξοδεύαμε συνήθως σε σοκολάτες ή παιχνίδια μέσα σε λίγες μέρες.
Κάθε Κυριακή η μαμά με έπαιρνε και πηγαίναμε μαζί στην Εκκλησία. Ήταν τόσο βαρετά εκεί. Δεν καταλάβαινα τίποτε. Μια γλώσσα, αρχαία ελληνική, που το νόημά της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ήμουν παιδί ακόμα και αναρωτιόμουν:
«Μα, τι χαζομάρες κάνουν εδώ αυτοί οι παπάδες και όλοι αυτοί οι υποτίθεται πιστοί και απελπισμένοι;»
«Ίσως είμαι ακόμα μικρός να καταλάβω», σκεφτόμουν. «Ίσως καταλάβω όταν μεγαλώσω.»
Άλλοτε ο παπάς έβγαινε από την Ωραία Πύλη με κατάνυξη και ευφορία, άλλοτε παραμιλούσε σιγανόφωνα και φαινόταν λες και ούτε αυτός γνώριζε το τι λέει και σε ποιον απευθύνεται.
«Άντε, άντε», έλεγα, «όλοι τρελάρες είναι εδώ...»
Μία παραφροσύνη που κρατούσε 3, 4 ώρες και πάντα με έπιανε ευφορία όταν η ακολουθία πλησίαζε στο τέλος.
«Επιτέλους», σκεφτόμουν, «τελειώνει. Έφυγε και αυτή η Κυριακή!»
Φιλούσαμε τις εικόνες, φιλούσαμε το χέρι του παπά για να πέσει ένα κομμάτι ψωμί στο χέρι μας. Φιλούσαμε τις εικόνες των Αγίων. Φιλούσαμε τα κόκαλα των πεθαμένων Αγίων για να πάρουμε την ευλογία των Αγίων λειψάνων. Αν τα σώματα των Αγίων δεν έχουν πλήρως λιώσει, εάν μυρίζουν ευωδία, θεωρείται θαύμα και σημάδι ότι ο Άγιος ήταν άξιος και πολύ σημαντικός.
Γενικά ήμουν ένα πολύ καλό παιδί, βαφτισμένος Χριστιανός Ορθόδοξος από μια παραδοσιακή Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία. Είχα πίστη στον Θεό. Προσευχόμουν πριν κοιμηθώ, έκανα τον σταυρό μου και προσευχόμουν να έχει ο Θεός καλά όλα τα παιδιά όλου του κόσμου, ειδικά τα αδέρφια μου, τους γονείς μου, τη γιαγιά μου, τον παππού μου και την άλλη μου γιαγιά.
Πάνω από το παιδικό μου κρεβάτι ήταν η εικόνα της Παναγίας που είχε στην αγκαλιά της τον Χριστό. Και δίπλα ήταν η εικόνα του Αγίου Φανουρίου. Ο Άγιος Φανούριος ήταν νεαρός Ρωμαίος στρατιώτης που μαρτύρησε για τον Χριστό τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Ήταν νεαρός στην όψη. Κρατούσε στο αριστερό του χέρι έναν σταυρό και στο δεξί μια λαμπάδα. Όλα τα εικονίσματα τα είχαμε αγοράσει από το πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας στη Βόνη.
Θα ήμουν 6 χρονών όταν η δασκάλα μας στον παιδικό σταθμό μάς ζήτησε να γράψουμε ένα γράμμα στον Άγιο Βασίλη και να του πούμε τι δώρο θέλουμε να μας φέρει την Πρωτοχρονιά.
Ο πατέρας μου είχε ένα φορτηγό και τον θαύμαζα όταν το οδηγούσε. Ζήτησα λοιπόν και εγώ από τον Άγιο Βασίλη να μου φέρει ως πρωτοχρονιάτικο δώρο ένα παιχνίδι φορτηγό.
Έτσι και έγινε.
Και την τελευταία μέρα πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων, ο ίδιος ο Άγιος Βασίλης ήρθε στο σχολείο με ένα μεγάλο τσουβάλι δώρα. Ήταν παχύς, λαμπερός, ντυμένος στα κόκκινα και με άσπρα γένια. Κάθισε σε μια καρέκλα μπροστά από τα θρανία, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, και φώναζε ένα-ένα τα παιδιά με το όνομά τους.
Φώναξε και εμένα.
Με σήκωσε στα χέρια του ο Άγιος Βασίλης, με έβαλε να καθίσω στο αριστερό του γόνατο. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δώρο μου, που ήταν τυλιγμένο με ένα κόκκινο περιτύλιγμα που είχε πάνω του ζωγραφιστά ελαφάκια. Ένας φωτογράφος ήταν απέναντι και μας πήρε μια φωτογραφία.
Εμένα που ήμουν στην αγκαλιά του Αγίου Βασίλη, το δώρο μου που το κρατούσα αγκαλιά και το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Πρέπει να ήταν το 1979.
Αυτήν την φωτογραφία που ήμουν εγώ με τον Άγιο Βασίλη την έδωσαν οι γονείς μου στο παππού και στη γιαγιά. Την έβαλαν πάνω από το κρεβάτι που κοιμόντουσαν μαζί με άλλες εικόνες Αγίων και συγγενών. Μαζί με άλλες εικόνες από άλλα εγγόνια, ξαδέρφια μου που ήταν παιδιά. Δεν κράτησα αντίγραφο της φωτογραφίας μου με τον Άγιο Βασίλη. Αλλά είδα την εικόνα και την έχω κρατήσει ζωντανή στη μνήμη μου. Έχω στην εικόνα ελαφρώς ανοίξει το στόμα μου. Ίσως να απάγγελνα το ποίημα μου δεν θυμάμαι.
Θυμάμαι όμως εκείνη την ημέρα που πήρα το δώρο μου και πήγα σπίτι. Άνοιξα το δώρο μου και είδα το πλαστικό φορτηγό και ήταν όπως το ζήτησα. Είχε μπλε καμπίνα και κίτρινη καρότσα και έκανε και ανατροπή. Είχε τέσσερις μαύρες ρόδες. Άρχισα λοιπόν να τσουρλάω το φορτηγό μου στην αυλή του σπιτιού μας και να παίζω. Έκανα και ένα θόρυβο με το στόμα μου σαν να ήταν η μηχανή του φορτηγού που αγκομαχούσε από το φορτίο που ήταν στη καρότσα.
Τότε λοιπόν μπαίνει στην αυλή ο πατέρας μου βιαστικός να μπει μέσα στο σπίτι.
--- Μπαμπά, του λέω, κοίτα!!! Κοίτα τι μου έφερε δώρο ο Άγιος Βασίλης!!!!
--- Ο Άγιος Βασίλης, στο έφερε? , με ρώτησε με ύφος.
--- Ναι σήμερα ήρθε σχολείο!!!
--- Βλάκα, εγώ στο αγόρασα. Μου απάντησε απλά και αυθόρμητα και μπήκε μέσα στο σπίτι σαν να μην ήθελε άλλες συζητήσεις μαζί μου.
Έμεινα αποσβολωμένος να κοιτάω το φορτηγό με την μπλε καμπίνα και την κίτρινη καρότσα. Έβλεπα μια απάτη. Ένα έγκλημα αποκαλύφτηκε μπροστά στα μάτια μου. Πώς μπόρεσα να είμαι τόσο εύπιστος σκέφτηκα? Ο πατέρας έχει δίκιο. Όλοι με κοροϊδέψαν. Όλοι, Η δασκάλα, ο Άγιος Βασίλης, όλοι με περάσανε για μεγάλο βλάκα και εγώ την πάτησα. Ευτυχώς που ο πατέρας μου είπε την αλήθεια. Ευτυχώς σκέφτηκα. Μπορώ να εμπιστευτώ τον πατέρα ότι θα μου λέει συνέχεια την αλήθεια, αλλά κανέναν άλλον δεν πρέπει να εμπιστεύομαι σκέφτηκα. Κανέναν δεν πρέπει να εμπιστευτώ ξανά.
Ο παππούς είχε ένα γάιδαρο. Την πρώτη φορά που θυμάμαι τον παππού μου θυμάμαι με έβαλε πάνω στον γάιδαρο και πήγαμε μαζί στο χωράφι στο κάμπο. Έδεσε το γάιδαρο στο τσένιο και με κατέβασε από τον γάιδαρο. Πήρε ένα σκαπέτι και άρχισε να οργώνει με τα χέρια. Άρχισε να πελεκάει το χώμα και να κάνει αυλάκια.
--- Παππού, του λέω, να σκάψω και εγώ!! Έχω και εγώ δύναμη. Είμαι δυνατός!!!
--- Να σκάψεις μου λέει, και μου δίνει το σκαπέτι.
Αρχίζω και εγώ να σκάβω, σιγά σιγά αλλά που; Δεν ήταν τόσο εύκολο όσο φαινόταν. Το σκαπέτι ήταν βαρύ!! Έσκαψα μισό μέτρο, ίσως ένα μέτρο και λαχάνιασα. Με είδε ο παππούς λαχανιασμένο και μου πήρε το σκαπέτι μέσα από τα χέρια.
Τα χέρια του παππού ήταν άγρια, ροζιασμένα. Τα δακτύλια του είχανε στραβώσει από το σκαπέτι να οργώνει με το χέρι κάθε χρόνο στρέμματα χωράφια. Δεν είχε οδηγήσει ποτέ αυτοκίνητο ο παππούς. Ήτανε άλλης εποχής. Γεννημένος στα 1899.
Μια φορά που πήγα στο χωριό, λέω στο παππού:
- Βάλε μου το σωμάρι στο γάιδαρο. Θέλω να κάνω μια βόλτα.
- Εντάξει, μου λέει.
Έβαλε το σωμάρι στο γάιδαρο και εγώ καβάλησα το γάιδαρο και πήγαινα πέρα πόδε στο χωριό. Αλλά πιο πολύ ο γάιδαρος με πήγανε όπου αυτός ήθελε. Δεν μου χαλούσε χατίρι ο παππούς.
Μια μέρα ζωγράφησα το μυστικό δείπνο στο νηπιαγωγείο. Η δασκάλα μου είπε να πω της μαμάς μου να έρθει αύριο στο σχολείο που την θέλει. Η μαμά μου ήρθε. Η δασκάλα της έδωσε συγχαρητήρια για τη ζωγραφιά μου.
--- Έχετε κάποιο ζωγράφο στην οικογένειά σας, ρώτησε η δασκάλα τη μαμά μου.
--- Όχι, απάντησε η μαμά μου.
--- Συγχαρητήρια!, απάντησε η δασκάλα. Ο γιός σας ζωγραφίζει πάρα πολύ ωραία για την ηλικία του.
Η αλήθεια είναι ότι και η αδερφή μου η Νεκταρία ζωγράφιζε πολύ ωραία και μάλιστα πιο ωραία από εμένα.
Πέρασε ο καιρός και ήρθε το καλοκαίρι. Και ήρθε και η τελευταία ημέρα στο νηπιαγωγείο. Έρχομαι στο σπίτι με το τσαντάκι μου. Ο πατέρας ήτανε στη πόρτα και με περίμενε.
--- Το τσαντάκι σου μέσα, μου λέει και στο αμάξι.
Ο πατέρας δεν σήκωνε αντιρρήσεις ούτε πολλές κουβέντες. Πηγαίνω μέσα το τσαντάκι μου και ανεβαίνω στο αμάξι. Δεν ήξερα ούτε που πάμε ούτε το πότε θα γυρίσουμε σπίτι. Πήγαμε στη Μεσσαρά. Μια περιοχή νότια της Κρήτης. Μια πεδιάδα με κηπούλια, θερμοκήπια και μποστάνια. Πήγαμε και φορτώσαμε το φορτηγό γεμάτο καρπούζες. Και μετά πήγαμε στα Ρεθεμνιώτικα χωριά και πουλούσαμε τις καρπούζες μία, μία.
Ο πατέρας φώναζε στο μεγάφωνο του αυτοκινήτου.
--- Ελατέ να πάρετε ωραία καρπούζια. Κόκκινα. Κατακόκκινα με το μαχαίρι. Με δοκιμή τα καρπούζια να τα φάτε, να χαρείτε! Όχι από αυτά που σας πουλούνε και μετά πάτε από κάτω από τη συκιά και σας πιάνει ευκοίλια. Ελάτε γρήγορα διότι φεύγω!
Εγώ ήμουνα πάνω στη καρότσα έξι χρονών παιδί. Ερχότανε οι χωριάτες και μου λέγανε.
--- Φέρε αυτήν την καρπούζα. Όχι αυτήν την άλλη, την πιο μεγάλη.
Και εγώ τσουρλούσα τις καρπούζες γιατί δεν μπορούσα να τις σηκώσω. Οι καρπούζες ήταν πιο βαριές και από εμένα.
Αυτή ήταν η πρώτη δουλειά που έκανα στη ζωή μου. Αμοιβή μου ήτανε που και μια γκοφρέτα ή μια βανίλια ή μια πορτοκαλάδα ή ένα νερό σκέτο. Κάναμε μια βδομάδα να ξεπουλήσουμε. Μια βδομάδα να γυρίσουμε σπίτι. Και ούτε ο πατέρας ούτε εγώ δεν βάζαμε λαδωμένο φαΐ στο στόμα μας. Ο πατέρας περνούσε μια βδομάδα μόνο με καφέδες και νερό και εγώ πιο καλομαθημένος είχα τα σοκολατικά μου. Τα γλυκίσματά μου και τις βανίλιες μου.
Γυρίσαμε σπίτι έπειτα από μια εβδομάδα γεμάτοι σκόνες ιδρώτα και λεφτά. Η μάνα μου με έβαλε στη μπανιέρα να με πλύνει και φώναζε.
--- Πού το πήγες το παιδί τόσες μέρες ; -- έλεγε στον πατέρα και εκείνος γελούσε σαν να σκεφτότανε, ότι το ήξερε. Θα στοιχημάτιζε ότι η μαμά θα φώναζε και τώρα κέρδισε το στοίχημα και είναι χαρούμενος.
Ήταν τότε και ο θείος ο Νίκος με τη γυναίκα του τη Δώρα τη Μικρασιάτισσά. Και έλεγε η Δώρα:
--- Δεν έπρεπε να το πάρεις το παιδί στο ταξίδι Μανώλη. Δεν έπρεπε. Παιδί είναι. Δεν μπορεί να αντέξει τα βάσανα που περνάς εσύ.
Και ο πατέρας γελούσε. Όποτε τον θυμάμαι και κάποιος τον κατηγορούσε ή τον στεναχωρούσε, εκείνος δεν μιλούσε παρά τον έπιανε νευρικό γέλιο.
Γελούσε μέσα από τη καρδιά του με χαχανητά. Άνοιγε και το στόμα του για να βγούνε πιο καλά τα χαχανητά. Εγώ όμως δεν είμαι έτσι. Δεν γελάω. Πως μπορούνε οι ανθρώποι και γελάνε, σκεφτόμουνα. Έβλεπα τόση δυστυχία γύρω μου, τόσο πόνο, τόση αδικία που δεν μου ερχότανε το γέλιο. Δεν μπορούσα. Και να ήθελα το γέλιο δεν μου έβγαινε ποτέ. Μα και να ήθελα να γελάσω περισσότερο προσποιώμουνα πως τάχατες γελώ. Μα δε γελούσα.
Μια μέρα κυνηγούσε η μαμά τη Νεκταρία γύρω από το κρεβάτι μου να τη δείρει. Και εγώ ήμουν άρρωστος και έκλαιγα και φώναζα. Φώναζα όχι γιατί πονούσα από τον πυρετό. Φώναζα για να αποσπάσω την προσοχή της μαμάς να μην κυνηγάει τη Νεκταρία να μη τη δείρει. Τότε ήμασταν στο Ρέθυμνο, στην Επισκοπή. Στο χωριό του Βαρδινογιάννη. Και είχε πάει μια κουκουβάγια και είχε κάνει φωλιά και είχε κάνει κουκουβαγιάκια μικρά. Και η μάνα κουκουβάγια έφερνε στα κουκουβαγιάκια της ποντικάκια, γατάκια,… δε θυμάμαι τι ήταν. Αλλά θυμάμαι που έπαιζε και τα τυραννούσε. Και κάποια αδερφή μου είπε ότι το κάνει αυτό για να εκπαιδεύσει τα παιδάκια της.
Και θυμάμαι μια μέρα εκεί στην Επισκοπή Ρεθύμνης που ήμουνα μόνος μου στο σπίτι. Και ήρθε μια γριά γυναίκα που δεν γνώριζα και δεν την είχα ξαναδεί. Και ήμουνα τεσσάρων χρονών. Και με φώναξε και πλησίασα στη πόρτα. Και εκείνη μου έδωσε από το παράθυρο της πόρτας ένα μαύρο πράγμα πικρό σαν τσάι χωρίς ζάχαρη. Και μου είπε.
--- Πιες το. Η μάνα σου μου είπε να στο δώσω να το πιείς. Αλλά αυτή τη γυναίκα δεν την είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Ήτανε γριά με μαύρα ρούχα. Και ούτε την ξαναείδα. Και το ήπια αυτό που μου έδωσε. Πια να ήταν άραγε; Ποτέ μου δεν κατάλαβα. Ποτέ μου δεν έμαθα. Ούτε που την ξαναείδα. Ίσως ήτανε η μαύρη μου η μοίρα. Αυτό σκέφτομαι κάποιες φορές όταν το συλλογίζομαι. Πια άλλη να ήταν; Με καμιά άλλη δεν έχω πάρε δώσε.
Φύγαμε από την Επισκοπή Ρεθύμνης το καλοκαίρι του 1979 και μετακομίσαμε στο καινούριο μας σπίτι στο Ηράκλειο. Στην επισκοπή όμως έμαθα τα πρώτα μου γράμματα. Εκεί στο χωράφι μου τα έδειξε η μάνα μου στο χώμα με ένα κλαδί ξύλο.
--- Να αυτό είναι το ‘α‘. Να αυτό είναι το ‘ο‘, μας έλεγε και τα χάραζε στο χώμα και τα έδειχνε εμένα και της αδερφής μου. Και εκεί στην Επισκοπή πήγα στο νήπιο. Και εκεί έμαθα όλα τα γράμματα. Και φώναζε η δασκάλα γιατί τα γράμματά μου γέρνανε και έκανε παράπονα.
Πριν την Επισκοπή Ρεθύμνης είμασταν στον Άγιο Γεώργιο στο Λασίθι, στο οροπέδιο. Εκεί στεφανώθηκε η μάνα τον πατέρα. Εκεί έκαναν τέσσερα παιδιά. Την Μαρία το 1960. Την Χαρίκλεια το 1968. Την Νεκταρία το 1972. Και εμένα το 1974 στις 13 Ιουνίου.
Η Μαρία είχε γεννηθεί με μία αναπηρία στα πόδια. Και από μωρό μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία και έκανε εγχειρήσεις. Και ορισμένοι γιατροί δεν ήξεραν και τις έκαναν κακό στα πόδια της και πολύ την βασάνισαν. Και μια μέρα στο νοσοκομείο που ήτανε παιδί ακόμα πήγε να πέσει από το παράθυρο και είπε να την αφήσουνε ήσυχη αλλιώς θα πέσει να σκοτωθεί. Τόσο πολύ την βασάνισαν. Ο θείος ο Μανώλης μου το είπε αυτό το σκηνικό μια μέρα, που ήτανε μπροστά και έγινε μπροστά στα μάτια του. Και την άφησαν μόνη της στην Αθήνα στο νοσοκομείο. Και αυτή περίμενε να δει το μπαμπά της και τη μαμά της αλλά δεν έβλεπε κανένα παρά μόνο νοσοκόμες. Και ήτανε πολύ στεναχωρημένη η Μαρία. Και από τότε το έβαλε στο μυαλό της να γίνει γιατρός άμα μεγαλώσει και γιατρός έγινε παρ’ όλο που ήτανε όλα εναντίων της. Τα κατάφερε και έπειτα από πολλά βάσανα και πολλές κακουχίες έγινε γιατρός στην Ιταλία.
Η Χαρίκλεια ήτανε το αρνάκι. Έτσι την έλεγε ο πατέρας. Το αρνάκι μου έλεγε. Είχε πράσινα μάτια και αγγελικό προσωπάκι. Δεν είχε καπατσοσύνη σαν της άλλες αδερφές και ότι της έλεγες έλεγε ‘‘ναι‘‘ και έκανε όλα τα θελήματα. Η μαμά ποτέ δεν την έδειρε. Τις άλλες αδερφές όμως τις έδερνε.
Και εμένα ποτέ δεν με έδειρε η μαμά. Μακάρι όμως να με είχε δείρει. Γιατί άμα με έδερνε θα την μισούσα. Αλλά αυτό που μου έκανε είναι χειρότερο. Με έκανε αφοσιωμένο σε αυτήν. Χρησιμοποίησε διπλωματία και πονηριά. Κατάλαβε σωστά πως ένα αγόρι ποτέ δεν το δέρνεις. Γιατί το αγόρι κάποτε μεγαλώνει και γίνεται άντρας και τότε δεν σε γλυτώνει τίποτε. Χρησιμοποίησε λοιπόν την πονηριά της, την διπλωματία της και με έκανε ένα αφοσιωμένο σκυλάκι της. Και άργησα πολύ να ξυπνήσω. Και όταν ξύπνησα ήταν πλέον πολύ αργά.
Η μαμά είχε ένα προπάππου που ήτανε μεγάλος διπλωμάτης. Και από όλο το οροπέδιο Λασιθίου είχε σταλθεί μόνο αυτός στην Αθήνα για βουλευτής στο Ελληνικό κοινοβούλιο. Έτσι μου έλεγε. Αλλά δε θυμάμαι πιο ήταν το όνομά του. Και ήταν πολύ περήφανη η μαμά για το σόι της. Είχε και ένα άλλο παππού που ήταν ξυλόγλυπτής. Και είχε κάνει πολλά τέμπλα σε εκκλησίες του οροπεδίου. Και αυτός ο ξυλόγλυπτής έλεγε:
--- Άμα πας στο εργαστήριο ενός μαραγκού και δεις το ένα εργαλείο εκεί και το άλλο στην άλλη μπάντα και δεν υπάρχει τάξη, αυτός να ξέρεις τεχνίτης δεν είναι.
Και τον πατέρα της μάνας μου τον λέγανε Νικόλαο. Και κάπνιζε που και που κάνα τσιγάρο. Μόνο άμα του δίνανε τράκα. Και πολύ αγαπούσε ο παππούς ο Νικολής τη μάνα μου. Και η μάνα μου τον αγαπούσε. Και πέθανε ο παππούς ο Νικολής μια παραμονή Χριστουγέννων πολλά χρόνια πριν γεννηθώ εγώ.
Την μάνα της μάνας μου την έλεγαν Διαμάντα. Και αυτήν την γνώρισα. Και ήτανε μια πράα και καλή γυναίκα. Δε φώναζε, δε μάλωνε, δε ρουφιάνευε. Παντρεύτηκε 17 χρονών τον παππού μου το Νικολή και εκείνος ήταν 40 χρονών όταν παντρευτήκανε. Και έκαναν τέσσερα παιδιά. Τον Μανώλη, το Γιώργο, το Ζαχάρη και την μάνα μου την Αθανασία.
Και μόλις που είχα μάθει να διαβάζω και η μάνα μου με έβαλε να της διαβάζω βίους Αγίων. Ήθελε να με φέρει στα νερά της. Να με κάνει όπως και αυτήν. Και της διάβαζα εγώ τους βίους των Αγίων.
Όλοι οι Άγιοι ήταν πράοι άνθρωποι και δεν έκαναν κακές παρέες. Δεν πήγαιναν να παίζουν με τα άλλα παιδιά και έκαναν ότι τους ζητούσαν οι γονείς τους. Έτσι ήθελε και η μάνα μου να γίνω. Και έτσι άρχισε την προπαγάνδα από παιδί που ήμουν να με τιθασεύσει να με κάνει του χεριού της. Και όλοι οι Άγιοι έκαναν θαύματα, μαρτύρησαν στο τέλος αλλά πήγαν στον παράδεισο και έκατσαν δίπλα στο Χριστό από την δεξιά μπάντα. Και τα διάβαζα και εγώ αυτά και τα πίστευα πως έτσι πρέπει να είναι αφού δεν έκαναν κακές παρέες και έκαναν ότι τους ζητούσαν οι γονείς τους. Αφού έλεγαν συνέχεια ‘‘ναι‘‘ και δεν έφερναν ποτέ αντίρρηση. Έτσι πρέπει να είναι και καλά έκαναν και πήγαν στο παράδεισο μαζί με το Χριστό.
Και θυμάμαι έναν Άγιο που τον είχαν βάλει τα αδέρφια του να φυλάει τσουβάλια με καρπό να μην τα κλέψουν το βράδυ οι κλέφτες. Και το βράδυ όντως ήρθαν κλέφτες αλλά εκείνος έκανε πως δεν τους είδε να μην τους ενοχλήσει. Και ήτανε τρείς κλέφτες. Και ο πρώτος βάζει στην πλάτη του το πρώτο τσουβάλι ε την βοήθεια του δεύτερου. Και ο δεύτερος βάζει στη πλάτη του, ένα άλλο τσουβάλι με την βοήθεια του τρίτου. Και ο τρίτος προσπαθεί να φορτώσει στη πλάτη του ένα άλλο τσουβάλι αλλά δεν μπορεί. Δεν υπάρχει άλλος να τον βοηθήσει. Και τότε τον είδε ο Άγιος και τον λυπήθηκε. Και πάει κοντά του και βοηθάει αυτός ο Άγιος τον τρίτο και τελευταίο κλέφτη να φορτώσει στη πλάτη του το τσουβάλι. Και μου έλεγε η μάνα μου. ---- Είδες τον Άγιο;
Και εγώ δεν μιλούσα. Αλλά ήξερα. Τέτοιος Άγιος, ήθελε η μάνα μου να γίνω.
Η Νεκταρία ήτανε η καπάτσα. ήτανε αυτή που είχε φάει το πιο πολύ ξύλο. Ήτανε επαναστάτρια. Ήξερε να λέει όχι. Δεν ήτανε το καλό παιδί όπως εγώ. Έλεγε ο πατέρας ότι αν την ανταλλάξεις με τα σκατά, θα τα χάσεις τα σκατά. Αλλά εγώ την αγαπούσα πολύ. Και στενοχωρόμουν που περνούσε τόσο δύσκολα στα παιδικά της χρόνια.
Η Χαρίκλεια, το αρνάκι. Δεν έχω λόγια για την Χαρίκλεια. Η επιτομή της διπλωματίας. Τότε την αγαπούσα. Νόμιζα ότι και εκείνη με αγαπούσε. Ήταν όμως μια εγωίστρια που κοίταζε μόνο την πάρτη της. Ο μπαμπάς έλεγε πως άμα μεγαλώσει το αρνάκι θα την παντρέψει λέει με ένα γάιδαρο. Ήξερε τι ήταν δικό της και δεν το μοιραζόταν με κανέναν άλλον. Και η μαμά δεν την έβαζε να διαβάζει βίους Αγίων. Αυτήν την προόριζε για να ζήσει και να προοδεύσει. Δεν την ήθελε αυτή να αγιάσει. Δεν ήθελε να την κάνει θύμα κανενός αυτήν. Της είχε ένα κρυφό ανεξήγητο έρωτα. Και πάντοτε την παίνευε.
Μια μέρα έσκισε ένα τσουβάλι η Χαρίκλεια και ο μπαμπάς στεναχωρήθηκε. Και λέει η μαμά.
--- Μόνο ένα τσουβάλι κάνει η Χαρίκλεια;
--- Αυτή κάνει πολλά λεφτά, απάντησε ο μπαμπάς και της έδειξε ότι είναι καλά ενημερωμένος. Αλλά η Νεκταρία άμα την αλλάξεις με σκατά θα χάσεις τα σκατά. Και εγώ ήμουν προορισμένος για να αγιάσω. Αλλά για να αγιάσεις πρέπει να μαρτυρήσεις πρώτα. Και εκεί σε αυτήν την οικογένεια είχαν το μαρτύριό μου προγραμματισμένο.
--- Η Μαρία, η μεγάλη αδερφή ήταν στην Ιταλία να σπουδάσει γιατρός. Αυτή έφυγε από το σπίτι γιατί δεν μπορούσε. Δεν άντεχε φαίνεται άλλο τα μαρτύρια. Δεν ήτανε φαίνεται αυτή για να αγιάσει. Δεν μπόρεσε να αγιάσει. Δεν άντεξε.
Ο πατέρας είχε γαλάζια μάτια σαν την θάλασσα. Άμα νεύριαζέ ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα του, τάχατες για να με τρομάξει. Την αρχή τρόμαζα. Αλλά σαν μεγάλωσα και έβγαλα μουστάκια σταμάτησα να να τρομάζω. Σταμάτησα να τον φοβάμαι. Η μαμά είχε μαύρα μάτια. Βλέφαρα παχιά. Τα φρύδια του πατέρα ήτανε λεπτά σαν της γιαγιάς της Χαρίκλειας, της μάνας του. Το χρώμα των μαλλιών του ξανθά αλλά με τα χρόνια μαυρίσανε και στο τέλος στα γεράματα του ασπρίσανε. Η μάνα είχε μαύρα ή καστανά μαλλιά. Τα μάτια της Μαρίας είναι και αυτά μαύρα σαν της μαμάς. Της Νεκταρίας και αυτά μαύρα ή καστανά. Και τα δικά μου μάτια είναι καστανά.
Αυτή ήταν η οικογένεια μέσα στην οποία γεννήθηκα και μεγάλωσα. Αλλά η Μαρία με το που γεννήθηκα έφυγε από το σπίτι και πήγε στο Ηράκλειο να πάει στο Γυμνάσιο και ουσιαστικά δεν την θυμάμαι σαν αδερφή αλλά περισσότερο την θυμόμουνα σαν μουσαφίρη. Και στο σπίτι ο πατέρας έφευγε ταξίδι να πουλάει πατάτες και καρπούζες στα χωριά. Έκανε μια βδομάδα ταξίδι. Μια βδομάδα να τον δούμε. Και όποτε ακούγαμε το φορτηγό να έρχεται, εγώ και η Νεκταρία, τα μικρά παιδιά, φωνάζαμε από χαρά και λέγαμε: ‘‘Ο μπαμπάς! Ο μπαμπάς!!, Ο μπαμπάς!!‘‘.
Ένα σάλπισμα ότι ήρθε ο μπαμπάς!!!
Δεν θυμάμαι ποτέ να φάμε στο ίδιο τραπέζι η οικογένεια. Δεν θυμάμαι να κάναμε προσευχή. Ο καθένας έτρωγε ότι ώρα ήθελε. Η μάνα μαγείρευε στο τσουκάλι και όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας σαν τους χοίρους, όποτε πεινάγανε, πηγαίνανε και τρώγανε. Ενώ τη μάνα μου σπάνια τη θυμάμαι να τρώει. Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι αυτή έτρωγε μυστικά, χωστά. Λες και ντρεπόταν να την δει κανείς να τρώει.
